Μεθοδολογία /meθoðoˈloʝi/ Noun

English
methodology
Nederlands
werkwijze

Example

  • Η εταιρεία υιοθέτησε μια νέα ευέλικτη μεθοδολογία (σύστημα / τεχνική / προσέγγιση) για την ανάπτυξη λογισμικού.
  • The company adopted a new agile methodology for software development.
  • Εδώ τονίζεται η δομή και η διαδικασία, όχι απλώς ο τρόπος.