Σεμνός /semˈnos/ Adjective

English
modest
Nederlands
bescheiden

Example

  • Η ομάδα είδε μια **μέτρια** αύξηση στην παραγωγικότητα μετά την αναβάθμιση του λογισμικού. [μέτριος / ταπεινός / διακριτικός] — της: The team saw a modest increase in productivity after the new software rollout.
  • The team saw a modest increase in productivity after the new software rollout.
  • Εδώ το 'μέτριος' τονίζει την ποσότητα, όχι την ηθική.