ΜΠΑΛΩΜΑ /baˈloma/ Ουσιαστικό
- English
- patch
- Nederlands
- lapje / plek (of 'patch' in tech)
Example
- Το παλιό τζιν του είχε ένα μεγάλο [μπάλωμα] (μπαλώματα / επιδιορθώσεις) στο γόνατο.
- A black dog with a white patch on its back.
- Το «μπάλωμα» είναι η πιο άμεση και κοινή λέξη για το ράψιμο σε ρούχο.