Νεκροταφείο /nekrotafío/ Noun
- English
- cemetery
- Nederlands
- begraafplaats
Example
- Ετάφη σε ιδιωτικό νεκροταφείο (Κοιμητήριο / Νεκροταφείο / Τάφος) — του νεκροταφείου.
- He was buried in a private cemetery.
- Το «νεκροταφείο» είναι το πιο κοινό και ουδέτερο.