νίκη /niːˈki/ Noun
- English
- victory
- Nederlands
- overwinning
Example
- Η ομάδα πανηγύρισε την οριακή νίκη (θρίαμβος / επικράτηση / κατάκτηση) τους.
- The team celebrated their narrow victory.
- Η 'οριακή νίκη' είναι κλασική έκφραση για αγώνες με μικρή διαφορά.