ο θηρευτής /preˈðatoɾ/ Noun

English
predator
Nederlands
roofdier

Example

  • Ο αετός είναι ένας άγριος θηρευτής (ο λύκος / ο κυνηγός / ο σαρκοφάγος) — της φύσης.
  • The eagle is a fierce predator.
  • Το 'θηρευτής' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.