Κτήμα /ktiˈma/ Noun
- English
- estate
- Nederlands
- woonwijk / landgoed
Example
- Μένει σε μια πολυκατοικία σε έναν μεγάλο οικισμό εργατικών κατοικιών.
- She lives in a tower block on a large housing estate.
- Εδώ το 'οικισμός' δίνει την αίσθηση της οργανωμένης, σχεδιασμένης περιοχής.