Μια χαρά /mja xaˈra/ Adjective

English
ok
Nederlands
oké

Example

  • Είσαι ΟΚ μετά την κουραστική πτήση; — Είμαι **μια χαρά**.
  • Are you OK after the long flight?
  • Το «μια χαρά» είναι πιο ζεστό από το απλό «Εντάξει».