Ομιλία /oˈmiʎa/ ουσία

English
speech
Nederlands
toespraak / spraak

Example

  • Η ομιλία του ήταν πολύ πειστική στο συνέδριο.
  • Η πράξη της εκφοράς λόγου, η ικανότητα επικοινωνίας.