Ποσόστωση /posó̱stosi/ Noun

English
quota
Nederlands
streefcijfer

Example

  • Η χώρα έχει αυστηρή **ποσόστωση** εισαγωγών σιτηρών. (Το **μερίδιο** εισαγωγής είναι αυστηρό.)
  • The country has a strict import quota on grain.
  • Το 'ποσόστωση' είναι το πιο άμεσο, αλλά το 'μερίδιο' είναι πιο ζεστό.