πειρατής /pi.rɛ.ˈtis/ NounEnglishpirateNederlandspiraatExampleΟ [πειρατής] απαίτησε από το πλήρωμα να παραδώσει το φορτίο.The pirate captain demanded the crew surrender the cargo.Εδώ χρησιμοποιείται η κλασική έννοια, αλλά με σύγχρονη ροή.