περιορίζω /pe.ri.o.ˈri.zo/ Ρήμα
- English
- confine
- Nederlands
- beperken
Example
- Η φωτιά **περιορίστηκε** [συγκρατώ / περιορίζω / περιφράσσω] στη σοφίτα.
- The fire was confined to the basement.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος, δείχνοντας την ολοκληρωμένη πράξη.