Πιθανότητες /piθaˈnoˈtites/ Noun
- English
- odds
- Nederlands
- kansen
Example
- Οι **πιθανότητες** είναι συντριπτικά υπέρ μας. (Η **αναλογία** / **το προβάδισμα** / **το πλεονέκτημα** — του: The odds are very much in our favor.)
- The odds are very much in our favor.
- Το 'υπέρ μας' δίνει τη θετική κατεύθυνση.