Λίρα / Παουντ /ˈliːra/ (για νόμισμα) Noun

English
pound
Nederlands
pond (valuta)

Example

  • Το εισιτήριο κοστίζει είκοσι [Λίρα / Λίρες / Στερλίνες] — αυτό είναι ακριβό.
  • The ticket costs twenty pounds.
  • Στην ομιλία, χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό 'λίρες'.