ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ /prosoˈpiko/ Noun

English
personnel
Nederlands
personeel

Example

  • Υπάρχει σοβαρή έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού — των [Εργαζομένων] / [Στελεχών] / [Ανθρώπινου Δυναμικού].
  • There is a severe shortage of skilled personnel.
  • Το 'Προσωπικό' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.