σειρά /siˈra/ Noun

English
series
Nederlands
serie

Example

  • Η πρώτη **σειρά** (ακολουθία / σειρά) της νέας εκπομπής είναι το Σάββατο.
  • The first episode of the new series is on Saturday.
  • Η πιο συνηθισμένη χρήση για τηλεοπτικές παραγωγές.