σφραγίζω /sfaˈliːzo/ Noun

English
seal
Nederlands
verzegelen

Example

  • Το γράμμα έφερε τη χρυσή (σφραγίδα / δακτυλίδι / αποτύπωμα) του Προέδρου.
  • The letter bore the president's seal.
  • Η 'σφραγίδα' είναι η πιο άμεση και επίσημη επιλογή.