στάτους /staˈtus/ NounEnglishstatusNederlandspositieExampleΤου χορηγήθηκε το [στάτους] του πρόσφυγα.They were granted refugee status.Εδώ το 'στάτους' είναι δάνειο, αλλά απόλυτα αποδεκτό.