Στήριξη /stiˈriksi/ Noun
- English
- support
- Nederlands
- steun / ondersteunen
Example
- Υπάρχει ισχυρή δημόσια [στήριξη] (ενίσχυση / συμπαράσταση) για τη νέα πολιτική.
- There is strong public support for the new policy.
- Η 'στήριξη' είναι η πιο ζεστή επιλογή εδώ.