Στολή /stoˈli/ NounEnglishcostumeNederlandskostuumExampleΤα παιδιά ντύθηκαν με **στολές** υπερηρώων στο πάρτι.The children wore superhero costumes to the party.Εδώ το 'στολή' είναι η πιο φυσική επιλογή για παιδική μεταμφίεση.