Στρατιωτικός /stratiotikós/ AdjectiveEnglishmilitaryNederlandsmilitair / het legerExampleΗ χώρα βρίσκεται υπό [στρατιωτική δικτατορία] — μια σκοτεινή περίοδος.The country is under military rule.Η λέξη 'δικτατορία' δίνει το βαρύ νόημα.