Διάθεση / Κλίμα /ðiˈaθeði/ Noun
- English
- sentiment
- Nederlands
- stemming
Example
- Η διάχυση των εθνικιστικών **συναισθημάτων** προκάλεσε ανησυχία στους γείτονες.
- The spread of nationalist sentiments caused concern among neighbors.
- Εδώ το 'συναίσθημα' λειτουργεί ως συλλογική ψυχολογία.