Συμβάλλω /simˈvaʎo/ Ρήμα

English
contribute
Nederlands
bijdragen

Example

  • Πολλοί άνθρωποι [συνεισφέρουν] (προσφέρουν / δίνουν / βοηθούν) στο τοπικό επισιτιστικό πρόγραμμα.
  • Many people contribute to the local food bank.
  • Εδώ τονίζεται η συμμετοχή στην κοινή προσπάθεια.