συνδρομή /sɪndroˈmi/ Noun

English
subscription
Nederlands
abonnement

Example

  • Η ετήσια μου **συνδρομή** (ανανέωση / πάγιο / δεσμευτική σχέση) στο γυμναστήριο λήγει τον επόμενο μήνα.
  • My annual subscription to the gym expires next month.
  • Το 'συνδρομή' καλύπτει το κόστος και τη δέσμευση.