σύνορο /siˈnoro/ Noun

English
border
Nederlands
grens

Example

  • Μένω σε ένα μικρό χωριό κοντά στα Καναδικά [σύνορα].
  • I live in a small town near the Canadian border.
  • Το 'σύνορο' εδώ είναι ουδέτερο, αλλά η χρήση του πληθυντικού είναι πιο φυσική.