ΣΥΝΤΑΞΗ /sinˈdaksi/ Noun
- English
- pension
- Nederlands
- pensioen
Example
- Βασίζεται αποκλειστικά στην κρατική της [σύνταξη] — σαν να μην είχε άλλη πηγή εισοδήματος.
- He relies entirely on his state pension.
- Υποδηλώνει εξάρτηση, κάτι που είναι συχνό θέμα συζήτησης.