ταυτότητα /tafˈto.ti.ta/ Noun

English
identity
Nederlands
identiteit

Example

  • Η αστυνομία προσπαθεί να [ταυτότητα] του δράστη. (ταυτοποίηση / αναγνώριση / εξακρίβωση) — της αστυνομίας η προσπάθεια να βρει ποιος είναι ο δολοφόνος.
  • The police are trying to discover the identity of the killer.
  • Εδώ η 'ταυτότητα' λειτουργεί ως αντικείμενο αναζήτησης.