τετράδιο /teˈtraðio/ Noun

English
notebook
Nederlands
notitieboekje

Example

  • Ο αστυνομικός **κατέγραψε** τις λεπτομέρειες στο **τετράδιό** του.
  • The police officer wrote the details down in his notebook.
  • Το ρήμα 'καταγράφω' (imperfective) ταιριάζει τέλεια με την πράξη της σημείωσης.