ΘΕΜΕΛΙΟ /θeˈmeʎo/ Noun
- English
- foundation
- Nederlands
- fundering
Example
- Ο αμοιβαίος σεβασμός και η φιλία παρέχουν στέρεο [θεμέλιο] στον γάμο.
- Respect and friendship provide a solid foundation for marriage.
- Εδώ το 'θεμέλιο' λειτουργεί ως μεταφορική βάση.