ΠΑΧΥΣ /paˈθis/ Adjective

English
thick
Nederlands
dik

Example

  • Έκοψε μια **παχιά** φέτα ψωμί του προζυμιού.
  • She cut a thick slice of sourdough bread.
  • Η λέξη 'παχιά' είναι η πιο συνηθισμένη για φαγητό.