τιμωρία /ti.moˈri.a/ Noun
- English
- punishment
- Nederlands
- straf
Example
- Η **τιμωρία** (επιβολή / κάθαρση / επαγγελματική αποβολή) για την παραβίαση των κανόνων είναι η αναστολή.
- The punishment for breaking the rules is a suspension.
- Εδώ η τιμωρία είναι η άμεση συνέπεια.