τρομάζω / φοβίζω /troˈmazo/ Noun

English
scare
Nederlands
angst

Example

  • Η βόμβα-**αναστάτωση** οδήγησε στην εκκένωση του κτιρίου.
  • The bomb scare caused the building to be evacuated.
  • Εδώ το 'αναστάτωση' καλύπτει το 'scare' ως γεγονός.