Μπόλικο /boˈlʲiko/ Pronoun

English
plenty
Polski
sporo

Example

  • Έχουμε [αρκετά] για να προλάβουμε το τρένο — μη βιάζεσαι.
  • We have plenty of time to catch the train.
  • Εδώ το «αρκετά» καλύπτει την έννοια του 'enough' αλλά και του 'plenty' λόγω του τόνου.