Αγωγή /aˈʝi/ Noun

English
lawsuit
Polski
pozew

Example

  • Ο τραγουδιστής **κατέθεσε αγωγή** (αγωγή / μήνυση / δίωξη) εναντίον της δισκογραφικής του.
  • He filed a lawsuit against his record label.
  • Το ρήμα 'καταθέτω' είναι το μαγνητικό ρήμα για την 'αγωγή'.