ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ /aɣonˈzomɛ/ Ρήμα

English
strive
Polski
dążyć

Example

  • Ενθαρρύνουμε όλα τα μέλη να [Αγωνίζονται] για τα υψηλότερα πρότυπα.
  • We encourage all members to strive for the highest standards.
  • Εδώ τονίζεται η συνεχής προσπάθεια (Imperfective).