Παλικάρι /læd/ Noun
- English
- lad
- Polski
- chłopak (w ciepłym kontekście)
Example
- Πολλά έχουν αλλάξει από τότε που ήμουν εγώ **αγόρι**.
- Things have changed since I was a lad.
- Εδώ το 'αγόρι' λειτουργεί ως η πιο φυσική αντιστοιχία για το 'lad' σε νοσταλγικό πλαίσιο.