Αλληλογραφία /ali.lo.ɣra.fiˈa/ Noun

English
correspondence
Polski
korespondencja

Example

  • Το γραφείο χειρίζεται όλη την πελατειακή αλληλογραφία. (Επιστολική επικοινωνία / Γραπτή ανταλλαγή / Μηνύματα)
  • The office handles all client correspondence.
  • Εδώ τονίζεται η επαγγελματική ροή.