Τροποποίηση /troˈpoʝi] Noun
- English
- amendment
- Polski
- poprawka
Example
- Η επιτροπή ψήφισε να δεχτεί την [τροπολογία] (προσθήκη / αναθεώρηση / διόρθωση) — της: The committee voted to accept the amendment.
- The committee voted to accept the amendment.
- Εδώ η 'τροπολογία' είναι ο πιο επίσημος όρος.