Διστάζω / Ταλαντεύομαι /ðiˈsta.zo/ Verb
- English
- vacillate
- Polski
- wahać się
Example
- Η κυβέρνηση [Αμφιταλαντεύομαι] ανάμεσα σε αυστηρά lockdown και το άνοιγμα της οικονομίας.
- The government vacillated between strict lockdowns and reopening the economy.
- Εδώ τονίζεται η αδυναμία δέσμευσης σε μία στρατηγική.