αναγκαίο /ɐnɐŋˈkɛo/ Adjective

English
necessary
Polski
niezbędny

Example

  • Είναι **αναγκαίο** να φοράς κράνος όταν κάνεις ποδήλατο.
  • It is necessary to wear a helmet while cycling.
  • Η χρήση του 'αναγκαίο' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.