Λόγος /ˈloɣos/ Noun
- English
- ratio
- Polski
- proporcja / przewaga w głosach
Example
- Η **αναλογία** των καθηγητών προς τους μαθητές στο κολέγιο είναι πολύ υψηλή.
- The school has a very high teacher-student ratio.
- Εδώ η 'αναλογία' είναι η πιο φυσική επιλογή.