Ανάπτυξη /ɐnɐˈptyksi/ Noun
- English
- deployment
- Polski
- wdrożenie
Example
- Η **ανάπτυξη** των δυνάμεων ειρήνης βοήθησε σταθεροποιήσει την περιοχή.
- The deployment of peacekeeping forces helped stabilize the region.
- Εδώ το 'ανάπτυξη' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.