Αντικείμενο /an.tiˈci.me.no/ Noun
- English
- object
- Polski
- przedmiot
Example
- Τα καθημερινά **αντικείμενα** όπως κούπες και πιατάκια είναι απαραίτητα.
- Everyday objects like cups and saucers are essential.
- Εδώ το 'αντικείμενο' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.