ανταγωνιστής /an.ta.ɣo.niˈstis/ Adjective
- English
- rival
- Polski
- rywal
Example
- Οι δύο [ανταγωνιστικές / αντίπαλες] εταιρείες υπέγραψαν συμφωνία συγχώνευσης.
- The two rival companies signed a merger agreement.
- Το 'ανταγωνιστικές' είναι πιο συχνό σε επιχειρηματικό πλαίσιο.