απαίσιος /apaˈsços/ Adjective
- English
- terrible
- Polski
- okropny
Example
- Το φαγητό στην καντίνα ήταν [άσχημος] (άσχημο/φρικτό/απαίσιο) — σαν να το έφτιαξε ο Χάος.
- The food at the cafeteria was terrible.
- Η χρήση του 'άσχημος' εδώ είναι καθημερινή και άμεση.