αποδοτικός /a.po.ðo.tiˈkos/ Επαρκής
- English
- efficient
- Polski
- wydajny
Example
- Η νέα διάταξη γραφείου είναι πολύ πιο [αποδοτική]. [Η λέξη 'αποδοτικός' εδώ τονίζει την εξοικονόμηση κινήσεων.]
- The new office layout is much more efficient.
- Στην πληροφορική, το 'αποδοτικός' είναι ο βασιλιάς.