ΑΠΟΦΑΣΗ / ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ /ˈruːlɪŋ/ Noun
- English
- ruling
- Polski
- orzeczenie
Example
- Η Δικαιοσύνη [απόφαση / κρίση / διάγνωση] — του: Η δικαστική αίθουσα περίμενε την απόφαση για την υπόθεση την επόμενη εβδομάδα.
- The court will make its ruling on the case next week.
- Εδώ το 'απόφαση' είναι το πιο φυσικό.