Αποφεύγω /ɪsˈtʃuː/ Ρήμα
- English
- eschew
- Polski
- wystrzegać się / stronić od
Example
- Ο νέος CEO αποφάσισε να [Αποφεύγω] κάθε μορφή περιττής γραφειοκρατίας.
- He eschewed all forms of processed food.
- Εδώ το 'αποφεύγω' είναι η πιο φυσική επιλογή για επιχειρηματικό πλαίσιο.