ΚΟΒΩ/ΚΟΨΩ ΚΟΒΩ/ΚΟΨΩ Noun

English
cutting
Polski
wycinek

Example

  • Κράτησε ένα απόκομμα της κριτικής στο άλμπουμ της. (Συνώνυμο: τεκμήριο / τεμάχιο / κομμάτι)
  • She kept a cutting of the review in her scrapbook.
  • Το 'απόκομμα' είναι η λέξη-κλειδί για δημοσιεύματα.