αποκτώ /apokˈt͡so/ Verb

English
acquire
Polski
nabyć / pozyskać

Example

  • Έχει [αποκτήσει] (κατακτήσει / κερδίσει / επιτύχει) μια καλή γνώση της Αγγλικής.
  • She has acquired a good knowledge of English.
  • Εδώ τονίζεται η ολοκλήρωση της διαδικασίας μάθησης.